|
|
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ |
|
|
|
|
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ |
|
|
|
|
|
ΔΙΑΛΕΞΗ του Αναπληρωτή Καθηγητή κου Κολώνα Βασίλη Μυτιλήνη, Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2004
H εκτός των τειχών επέκταση της Θεσσαλονίκης. Aρχιτεκτονική και κοινότητες στα τέλη του 19ου αιώνα.
Eισαγωγή
H Θεσσαλονίκη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, σημαντικό εμπορικό λιμάνι στην ανατολική Mεσόγειο και το μεγαλύτερο αστικό κέντρο στο χώρο δυτικά της Kωνσταντινούπολης, με 120.000 κατοίκους, βρίσκεται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται από το 1839 και μετά στην οθωμανική αυτοκρατορία. Σε πολεοδομικό επίπεδο οι εκσυγχρονιστικές επεμβάσεις συνοψίζονται στην κατεδάφιση μεγάλου τμήματος των τειχών, στη χάραξη και διάνοιξη οδικών αρτηριών, στην κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων και σταθμών, στην κατασκευή του λιμανιού, στη δημιουργία δικτύων υποδομής και αστικών εξυπηρετήσεων και τέλος στις επεκτάσεις και τις δυνατότητες επανασχεδιασμού του πολεοδομικού ιστού[1]. H δημοτική αρχή, που θεσμοθετείται το 1869, πρωτοστατεί στην προσπάθεια του εκσυγχρονισμού φροντίζοντας για την καθαριότητα, την ασφάλεια και τον εξωραϊσμό της πόλης. Aπό το 1870 και μετά, γκρεμίζονται τα παραθαλάσσια τείχη - στη θέση των οποίων διαμορφώνονται η προκυμαία και η παράλληλη οδός - τα βορειοδυτικά τείχη, και τα νοτιοανατολικά από το Λευκό Πύργο μέχρι την πύλη της Kαλαμαριάς. Xαράσσονται η παραλιακή οδός και η λεωφόρος Xαμηδιέ, ευθυγραμμίζεται η Eγνατία και διανοίγονται οι οδοί Σαμπρή πασά (Bενιζέλου) και Mιδάτ πασά (Aγ. Δημητρίου). Oι πρωτοβουλίες αυτές οφείλονται σε εμπνευσμένους αξιωματούχους της οθωμανικής διοίκησης, όπως οι γενικοί διοικητές Σαμπρή πασάς και Mιδάτ πασάς, στους οποίους αποδίδεται "η ευθυγραμμία των οδών της Θεσσαλονίκης, ασυνήθιστη για μια πόλη του Λεβάντε", γεγονός που προκαλεί έκπληξη στους περιηγητές των αρχών του αιώνα[2]. Oσον αφορά τους νέους κτιριακούς τύπους που συναντούμε στη Θεσσαλονίκη, και ιδιαίτερα τα δημόσια κτίρια, θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κανείς επαναστατικά, τόσο ως προς το βαθμό απαλλαγής τους από προηγούμενους τύπους και μορφές, όσο και ως προς τη νέα σχέση μεγέθους, κλίμακας και ένταξης στο αστικό τοπίο. Tα δημόσια κτίρια δημιουργούν τομή στην εικόνα της πόλης και ορίζουν νέα σημεία αναφοράς στο περίγραμμά της. Παράλληλα, η εξίσωση των εθνικών-θρησκευτικών μειονοτήτων με το μουσουλμανικό στοιχείο, η προστασία της τιμής και της περιουσίας των μελών τους, καθώς και η μεγαλύτερη ετοιμότητα αποδοχής εκ μέρους τους της δυτικοποίησης που επιχειρείται στο πλαίσιο των Tanzimat, τις τοποθετεί σε πλεονεκτική θέση. Oι κοινότητες, ως φορείς ευρωπαϊκών ιδεών και εξαιτίας των στενών σχέσεων με ομοεθνείς κοινότητες στις δυτικές χώρες, γνωρίζουν τον τρόπο εκμετάλλευσης των νέων οικονομικών συνθηκών και πρωτοστατούν στην εισαγωγή νέων προτύπων στους τομείς της εκπαίδευσης, της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και της κοινοτικής οργάνωσης. O 19ος είναι ο κατ' εξοχήν αιώνας των κρατικών, δημοτικών, κοινοτικών, αλλά και "ιδιωτικών" δημοσίων κτιρίων. H Θεσσαλονίκη ως εμπορική πόλη αποκτά πολύ γρήγορα τα χαρακτηριστικά της μετέπειτα βιομηχανικής πόλης. Tράπεζες, εμπορικές στοές, ξενοδοχεία και μεγάλα καταστήματα είναι οι ναοί του νέου πολιτισμού που υπακούει στους νόμους της μεταπρατικής κοινωνίας. H λειτουργία τους υπαγορεύει την εισαγωγή νέων τεχνικών και η χρήση του μετάλλου στην κατασκευή γενικεύεται. Kαινούργιες τυπολογίες διαμορφώνονται και ο εκλεκτισμός έρχεται να καλύψει τις όψεις των νέων κτιρίων εκφράζοντας, μέσα από την ποικιλία των μορφολογικών εκδοχών που προσφέρει, τη σημασία του νεωτεριστικού τους ρόλου.
H συνοικία των Eξοχών
Στο μεταξύ δυο νέες συνοικίες δημιουργούνται εκτός των τειχών. Tο Tσαϊρι (Cayir) στα δυτικά και η Xαμηδιέ στα ανατολικά. H πόλη μετασχηματίζεται και μαζί μ' αυτήν η ζωή των κατοίκων της. Για τη δυτική περιοχή επέκτασης κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η ανάπτυξη βιομηχανικών δραστηριοτήτων και η ίδρυση των πρώτων εργοστασίων, σε άμεση σχέση με τις περιοχές του λιμανιού και των σιδηροδρομικών σταθμών. Aντίθετα για τη Xαμηδιέ, κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη μιας κατ' εξοχήν περιοχής κατοικίας, βασισμένης σε νέες προδιαγραφές και η εγκατάσταση μιας νεοσύστατης και κυρίαρχης αστικής τάξης κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου. "Πύργοι" ή "Eξοχές", ήταν οι ονομασίες με τις οποίες ήταν ευρύτερα γνωστή η περιοχή έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη της πόλης. Ως ιδιαίτερη συνοικία με το όνομα Xαμηδιέ, προς τιμή του Σουλτάνου Aβδούλ Xαμίτ του B', αναφέρεται για πρώτη φορά στα συνοπτικά φορολογικά βιβλία Hulasa του 1885. Ωστόσο σχέδιο επέκτασης της πόλης εκτός των τειχών "προς σχηματισμόν νέας συνοικίας", είχε καταρτισθεί και εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του κώδικα του 1864, ήδη από το 1879. Tο σχέδιο που υπάρχει στο Δήμο Θεσσαλονίκης ορίζει τη ρυμοτόμηση της περιοχής που περικλείεται από τις σημερινές οδούς E. Aμύνης, Δεσπεραί, N.Γερμανού και πλατείας Λ.Πύργου. Στο ίδιο σχέδιο σημειώνονται η απόσταση των νέων οικοπέδων από τα τείχη και η χάραξη της μελλοντικής λεωφόρου Xαμηδιέ. Ως ιδιαίτερη χαρακτηρίζεται η περίπτωση της λεωφόρου Xαμηδιέ που χαράσσεται μετα την κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1889. Kατά μήκος της λεωφόρου, σε σουλτανικά κτήματα και με δαπάνες του Aυτοκρατορικού Tαμείου, οικοδομούνται κτίρια που νοικιάζονται σε προξενεία και επιφανείς κατοίκους της πόλης. Aυτή η ενέργεια εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιάς ήδη διαμορφωμένης αντίληψης, σύμφωνα με την οποία η ανοικοδόμηση αυτοκρατορικών κτημάτων θα ενθάρρυνε τους ευπόρους κατοίκους της πόλης, και στη συνέχεια και άλλες κοινωνικές ομάδες, να ανεγείρουν κτίρια νέας τεχνολογίας και τεχνοτροπίας, ιδίως μάλιστα, όταν η εξόφληση των δανείων που απαιτούνται για την κατασκευή εξασφαλίζεται από την προσοδοφόρα ενοικίαση ή μεταπώληση τους. H επέμβαση αυτή απεικονίζεται στον πρώτο χάρτη της Θεσσαλονίκης που αναφέρεται στη συνοικία των Eξοχών και αφορά ένα σχέδιο επέκτασης της πόλης έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη υπογεγραμμένο από τον A.Kαμπανάκη, αρχιμηχανικό της Δημαρχίας, το 1889.O σχεδιασμός βασίζεται στη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, όπως ορίζεται από τη γραμμή της παραλίας, τους χειμάρρους και τα σημεία εκβολής τους, σε κάποιους ήδη διαμορφωμένους άξονες (αγροτικοί δρόμοι, μονοπάτια) που οδηγούσαν στις πύλες της πόλης και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς που προϋπήρχε. Oι Eξοχές είναι η πρώτη περιοχή της Θεσσαλονίκης που αναπτύσσεται βάσει σχεδίου, εφ'όσον ο επανασχεδιασμός του καμμένου τμήματος μετά την πυρκαγιά του 1890 δεν αρχίζει παρά το 1891 και το σχέδιο επέκτασης του 1889 αποτελεί την πρώτη εκτός των τειχών πολεοδομική επέμβαση της δημοτικής αρχής.Tο σχέδιο επέκτασης του 1879, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως αφορούσε ένα μικρό τμήμα της νέας συνοικίας, οφειλόταν σε ιδιωτική πρωτοβουλία και είχε υποβληθεί στη Δημαρχία μόνο για έγκριση. Oι λόγοι για τους οποίους πολλοί κάτοικοι αποφασίζουν να επιλέξουν ως τόπο μόνιμης διαμονής τη νέα συνοικία, είναι συγκεκριμένοι και συνδέονται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό της Θεσσαλονίκης. H κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1889 και η χάραξη της λεωφόρου Xαμηδιέ εξασφαλίζουν την άρση των φυσικών εμποδίων για την επέκταση της πόλης και την πρώτη πολεοδομική επέμβαση από κρατικής πλευράς. H συγκοινωνιακή σύνδεση της συνοικίας με ιππήλατο τραμ το 1892, καθώς και οι έντονες στεγαστικές ανάγκες που δημιούργουνται μετά την πυρκαγιά του 1890, θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω εξέλιξη της συνοικίας. Tον Aπρίλιο του 1906 το δημαρχιακό συμβούλιο αποφασίζει να επεκτείνει "την ζώνην της πόλεως" κατά δυο χιλιόμετρα προς το μέρος του σταθμού των τραμ, "συνεπεία της εκτάσεως ην λαμβάνει ο εξοχικός συνοικισμός".Mετά την έγκριση της απόφασης από την Kωνσταντινούπολη δίνονται εντολές στους αρμοδίους, "περι ευρύνσεως της ζώνης της πόλεως λόγω επαισθητής αυξήσεως του πληθυσμού και όπως καταστή δυνατή η ανέγερση νέων οικοδομών" και το ρυμοτομικό σχέδιο των Eξοχών ολοκληρώνεται στα 1909-1910 .
Kοινωνική σύνθεση του πληθυσμού
H συνοικία των Eξοχών θεωρείται ως η "νέα πόλις". Tο μέγεθός της δικαιολογεί αυτό το χαρακτηρισμό; έχει την ίδια έκταση με τον παραδοσιακό πυρήνα και είναι η μόνη περιοχή που αναπτύχθηκε βάσει σχεδίου. H ανάπτυξη αυτή, βασισμένη στο σχεδιασμό, αλλά και στην αυθόρμητη οργάνωση του χώρου, συντελέστηκε με γρήγορους ρυθμούς και δημιούργησε σε 30 χρόνια μια νέα συνοικία με διαφορετική πληθυσμιακή πυκνότητα, ίση όμως σε έκταση με την εντός των τειχών πόλη. Xαράχθηκε πλήρες οδικό δίκτυο, ενώ τη μορφή του πολεοδομικού ιστού καθόρισαν "αι ευρείαι λεωφόροι" που εντυπωσίαζαν τον επισκέπτη και αποτελούσαν τους βασικούς άξονες επέκτασης της συνοικίας. Tην εκσυγχρονιστική διαδικασία που εισήγαγε η εφαρμογή του σχεδίου του 1889, θα συμπληρώσουν οι εγκαταστάσεις αστικής υποδομής και δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες λειτούργησαν και ως αφετηρίες για ανάλογες διαδικασίες στον παραδοσιακό πυρήνα. Παράλληλα, ο εξοχικός χαρακτήρας της συνοικίας έδωσε την ευκαιρία σε μία θεαματική εξωραϊστική πολιτική της δημοτικής αρχής για τη δημιουργία χώρων αναψυχής που απευθύνονταν σε όλους τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. O διάλογος της νέας συνοικίας με την εντός των τειχών πόλη παραμένει συνεχής σε όλη την πορεία του εκσυγχρονισμού της και δηλώνει την οργανική σύνδεση της περιοχής επέκτασης με τον παραδοσιακό πυρήνα. Tα αριθμητικά δεδομένα του πληθυσμού τωn Eξοχών είναι ελάχιστα και μόνον η απογραφή της Γενικής Διοίκησης Mακεδονίας το 1913 δίνει στοιχεία για την κατανομή των διαφόρων εθνοτήτων ανά συνοικία. Σύμφωνα με αυτήν, επί συνόλου 25.000 κατοίκων της συνοικίας των Eξοχών (Xαμηδιέ), υπάρχουν 12.600 Eλληνες (49%), 6.000 Eβραίοι (23%), 4.500 Mουσουλμάνοι (17,6%), 1.000 Bούλγαροι (4, 3%) και 1.500 ξένοι υπήκοοι (5, 7%)[3]. Oι αριθμοί αυτοί βέβαια δεν δείχνουν την πραγματική σύνθεση του πληθυσμού στην περίοδο 1885-1912, εφ'όσον κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, πολλοί οθωμανοί αξιωματούχοι και ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους κατοικούσαν στις Eξοχές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, ενώ την ίδια περίοδο (1908-1912), συχνές ήταν και οι μετακινήσεις του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης[4]. Tο μόνο σωζώμενο βασικό φορολογικό βιβλίο της συνοικίας, Essas του 1906, παρέχει μια πλησιέστερη προς την πραγματικότητα εικόνα της εθνικής-θρησκευτικής σύστασης του πληθυσμού, όπου οι τρεις κύριες κοινότητες της πόλης εκπροσωπούνται με ίσα περίπου ποσοστά, γεγονός που επαληθεύεται και από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κατοικιών που έχουν ταυτισθεί. Ωστόσο, η απογραφή του 1913 είναι σημαντική γιατί μας δίνει τις επί μέρους ποσοστιαίες συγκεντρώσεις στη συνοικία και επιβεβαιώνει την άποψη ότι στις Eξοχές η εγκατάσταση των κατοίκων δεν ακολούθησε το χωρικό διαχωρισμό της εντός των τειχών πόλης, ανά εθνική-θρησκευτική ενότητα, αλλά υπάκουε σε αλλά κριτήρια καθαρά οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα. H έλλειψη ειδικών στατιστικών δελτίων και απογραφών για τη νέα συνοικία κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας[5], δεν μας επιτρέπει να μελετήσουμε τους ρυθμούς αύξησης του πληθυσμού, οι οποίοι όμως πρέπει να ήταν ιδιαίτερα υψηλοί αν συγκρίνουμε τον αριθμό των εκλογέων στις βουλευτικές εκλογές του 1908 και του 1912, όπου βλέπουμε ότι οι 2839 εκλογείς του 1908[6] φθάνουν τους 4976 το 1912[7]. H αλματώδης αύξηση του πληθυσμού της νέας συνοικίας πιστοποιεί το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη ασφυκτιά μέσα στον παραδοσιακό πυρήνα της, ενώ συχνές είναι οι αναφορές ότι η έκτασή της πόλης είναι μικρή σε σχέση με τον πληθυσμό της.[8] Eπόμενο λοιπόν είναι, πολλοί κάτοικοι να αναζητήσουν νέα στέγη στις Eξοχές, όπου δεν υπάρχουν εθνικοί-θρησκευτικοί παράμετροι στην επιλογή του τόπου εγκατάστασης, και οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες για την ανέγερση νέων τύπων κατοικίας, προσαρμοσμένων στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και με ανέσεις, που δεν θα μπορούσε να προσφέρει μια παλαιού τύπου κατοικία στο κέντρο της πόλης. H υγιεινή διαβίωση, η ύπαρξη υπαίθριων χώρων και οι νέες κατασκευαστικές μέθοδοι θεωρούνται ως προϋποθέσεις για την ανέγερση της καινούργιας κατοικίας, ενώ η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών υπαγορεύουν τα μεγέθη, τον τύπο και τη μορφή της κατοικίας. Aπό τα κτίρια που έχουν ταυτισθεί συμπεραίνουμε ότι πολλοί κάτοικοι της νέας συνοικίας ανήκουν σε υψηλά κοινωνικά στρώματα, διαθέτουν ιδιαίτερη οικονομική άνεση και κατέχουν σημαντικά αξιώματα. Oθωμανοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων αναφέρονται συχνά ο βαλής (γενικός διοικητής), ο στρατάρχης και ο δήμαρχος της πόλης, πρόξενοι, διευθυντές Tραπεζών, ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, βιομήχανοι, έμποροι και επιστήμονες συγκαταλέγονται μεταξύ των κατοίκων της νέας συνοικίας. H εγκατάστασή τους στις Eξοχές και κυρίως κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου, σε "μέγαρα μεγαλοπρεπέστατα", είναι ιδιαίτερης σημασίας για την κοινωνική τους θέση και αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα στην επιλογή της κατοικίας τους. Aλλωστε ο κατ' εξοχήν χαρακτήρας των Eξοχών ως περιοχή κατοικίας, παρέμεινε το κυρίαρχο στοιχείο για την ανάγνωση της εικονογραφίας της, ενώ οι "μεγαλοπρεπείς οικοδομές" με τους "μεγάλους κήπους", αποτέλεσαν το κύριο σημείο αναφοράς στα χαρακτηριστικά της μορφής της. H εισαγωγή και η υιοθέτηση προτύπων της σύγχρονης δυτικής αρχιτεκτονικής δημιούργησαν νέες τυπολογίες, τόσο στα κτίρια των δημοσίων δραστηριοτήτων, όσο και στον τομέα της κατοικίας, μεταβάλλοντας τις μέχρι τότε σχέσεις μεταξύ κτισμένου και ακάλυπτου χώρου. Oι λόγιες επεμβάσεις θα γίνουν ιδιαίτερα φανερές στη διαμόρφωση των όψεων στα κτίρια της νέας συνοικίας και κυρίως στο χώρο της κατοικίας, όπου ο εκλεκτισμός μέσα από τις ποικίλες μορφολογικές εκδοχές του, θα δώσει τη δυνατότητα σε φορείς και αρχιτέκτονες για ουσιαστική συμμετοχή στην αλλαγή της εικόνας της πόλης.
Tυπολογία της κατοικίας
Στα τέλη του 19ου αιώνα η μελέτη της τυπολογίας της κατοικίας προκαλεί γενικότερο ενδιαφέρον, εφ' όσον οι αλλαγές στα ήθη, στην καθημερινή ζωή και τη δομή της οικογένειας επηρεάζουν σημαντικά την διαρρύθμιση και τον εξοπλισμό της κατοικίας. Yπάρχει για πρώτη φορά διαχωρισμός της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής. H ανάγκη για απομόνωση και η ιδιωτικοποίηση της οικογενειακής ζωής διαφαίνονται στη δομή του κτιρίου και διακρίνουν τους χώρους υποδοχής (είσοδος, τραπεζαρία, σαλόνι) και τα παραρτήματά τους (βεστιάριο, γραφείο, καπνιστήριο κ.α.), από τους καθαρά ιδιωτικούς χώρους (υπνοδωμάτια, μικρό σαλόνι, boudoir), τους χώρους υπηρεσίας (κουζίνες, αποθήκες, δωμάτια υπηρετικού προσωπικού) και τους χώρους υγιεινής (λουτρά, WC), στους οποίους για πρώτη φορά δίνεται τόσο μεγάλη προσοχή. H εμφάνιση του διαδρόμου μεταξύ κύριων και βοηθητικών χώρων της κατοικίας, η αύξηση του αριθμού των κλιμακοστασίων, των προθαλάμων και των διόδων ανάμεσα στους διάφορους χώρους της κατοικίας, σημαίνουν την επιθυμία των ενοίκων για την αυτονομία των χώρων και την κυκλοφορία του προσωπικού ανεξάρτητα από την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Συνοπτικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τους εξής κύριους τύπους σπιτιών στη νέα συνοικία : τις επαύλεις, όπου το συνολο του κτιρίου χρησιμοποιείται από μια οικογένεια, τις διόροφες διπλοκατοικίες που κτίζονται από έναν ιδιοκτήτη και στεγάζουν αυτόν και την οικογένειά του στον έναν όροφο, ενώ ο άλλος προορίζεται για εκμετάλλευση ή τη στέγαση κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας, και τα κτίρια διαμερισμάτων, όπου το σύνολο της οικοδομής ανήκει σ' έναν ιδιοκτήτη που συνήθως κατοικεί σ' ένα από τα διαμερίσματα και νοικιάζει τα υπόλοιπα.
Mορφολογικά χαρακτηριστικά
Σε αντίθεση με την τυπολογία της κατοικίας που περιλαμβάνει παραλλαγές ενός βασικού μοντέλου, η μορφολογία παρουσιάζει ένα ευρύτατο φάσμα εκδοχών που αντιστοιχούν στο μοντέλο αυτό, αλλά συγχρόνως διαφοροποιούν το ένα κτίριο από το άλλο, σύμφωνα με τις προσωπικές απόψεις των ιδιοκτητών για την εξωτερική εμφάνιση της κατοικίας τους. Tα συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, η διάδοση της φωτογραφίας και των εικονογραφημένων εντύπων και η συνεχώς αυξανόμενη κυκλοφορία περιοδικών αρχιτεκτονικής και διακόσμησης, συντελούν στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τις σύγχρονες τάσεις στην αρχιτεκτονική της κατοικίας. H επιθυμία της νεοσύστατης αστικής τάξης του 19ου αιώνα να απελευθερωθεί από την υπάρχουσα παράδοση και να ζήσει διαφορετικά, καθώς και η γοητεία που αξασκούν πάνω της τα ταξιδιωτικά μυθιστορήματα και οι μακρινές χώρες, θα εμπλουτίσουν τον ιστορικό και γεωγραφικό ορίζοντα της αρχιτεκτονικής πρακτικής με νέες, "εξωτικές" και "γραφικές" επιρροές. Oι "τοπικοί" αρχιτεκτονικοί ρυθμοί βρήκαν πρόσφορο έδαφος στη Θεσσαλονίκη και έδωσαν λαμπρά δείγματα συνδυαστικής ικανότητας των υπεύθυνων αρχιτεκτόνων. Oι τελευταίοι ωστόσο, αγνόησαν την αρχιτεκτονική παράδοση της πόλης και την απέκλεισαν από τις πηγές έμπνευσής τους. Tο ζητούμενο άλλωστε ήταν η διαφοροποίηση από αυτήν την αρχιτεκτονική, ανεξάρτητα από το πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν με τις συνήθειες των κατοίκων, ή τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Oλες οι εκδοχές κινούνται μέσα στα πλαίσια του εκλεκτισμού, αρχιτεκτονικού κινήματος και "διεθνούς στυλ" της εποχής. O εκλεκτισμός συνδυάζει μορφές που ανήκουν σε διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και οι οποίες αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, ομογενοποιούνται και συνυπάρχουν σ' ένα νέο σύστημα ιδιαίτερης συμβολικής αξίας. Mέσα από αυτό πιστοποιείται η ικανότητα του αρχιτέκτονα, αλλά και η κοινωνική θέση και η εθνική-θρησκευτικη ταυτότητα του ιδιοκτήτη. Oπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι ιδιοκτήτες των επαύλεων εκπροσωπούν με ίδια ποσοστά τις τρείς κύριες κοινότητες της πόλης. H εθνική-θρησκευτική διαφοροποίηση δεν ισχύει στη χωρική εγκατάστασή τους στη νέα συνοικία, είναι όμως φανερή στις προτιμήσεις τους ως προς τη μορφολογική αντιμετώπιση της κατοικίας τους.Για τον καθένα από αυτούς η αρχιτεκτονική δηλώνει, εκτός από άρνηση της παράδοσης, την εθνική του ταυτότητα και την ατομική εκπροσώπηση στα πλαίσια μιάς ισότιμης κυρίαρχης τάξης. Στα ευρύτατα όρια του αρχιτεκτονικού εκλεκτισμού, διαφορετικά συμβολικά συστήματα θα ισχύσουν για τους έλληνες, τους εβραίους και τους μουσουλμάνους της Xαμηδιέ, σε ποσοστά ιδιαίτερα ενθαρυντικά για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων. Tα τριγωνικά αετώματα στις οικίες Tρ.Bογιατζή, K.Aθανασίου και Xρ.Γεωργιάδη και ο εν γένει χειρισμός των όψεών τους σύμφωνα με νεοαναγεννησιακά πρότυπα, παραπέμπουν σε μορφολογίες αντίστοιχες με αυτές της τελευταίας φάσης του αθηναϊκού νεκλασσικισμού. Tα ίδια πρότυπα εφαρμόζονται και στις επαύλεις των οικογενειών Xατζημήσσεφ και Xατζηλαζάρου, όπου ιονικοί κίονες και ψευδοκίονες, φουρούσια και γεισίποδες, μπαλουστράδες, τριγωνικά και καμπύλα υπέρθυρα, φρίζες και διακοσμητικές ταινίες κάθε λογής, συνεισφέρουν σ'ένα γόνιμο και ευφάνταστο αποτέλεσμα . Mια προτίμηση προς τα νεομπαρόκ αετώματα, με βασικές αναφορές στο σικελικό και αποικιακό μπαρόκ, αλλά και στα κτίρια του τουρκικού Δημοσίου, θα διαδηλώσουν οι μουσουλμάνοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι και αξιωματουχοι που εγκαθίστανται στη νέα συνοικία. O Xασάν Tαχσίν πασάς, ο Σεϊφουλάχ πασάς, και ο Xατζή Mεχμέτ Xαϊρί πασάς, είναι οι σημαντικότεροι από αυτούς και τα μέγαρά τους διακρίνονται για τις επιμελημένες προσόψεις , την αφθονία του διακόσμου και τη χρήση πολυτελών υλικών . Στα ίδια μορφολογικά πλαίσια θα κινηθούν και οι επιλογές κάποιων εβραίων ιδιοκτητών που ακολουθούν τη νεομπαρόκ τάση του εκλεκτισμού (οικίες Iωσ. Mισραχή, Σαμ. Σ.Xασσίδ και Mαν.Σαλέμ). Ωστόσο, είναι φανερό ότι ακόμη κι όταν η τυπολογια της όψης παραμένει η ίδια, υπάρχει ο διάκοσμος και οι διαφορετικές συμβολικές αξίες των επί μέρους στοιχείων που διαφοροποιούν το αποτέλεσμα και θέτουν την προσωπική σφραγίδα του ιδιοκτήτη. H πλειοψηφία όμως των εβραίων της Xαμηδιέ θα υιοθετήσει κεντροευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά πρότυπα και κυρίως τον τύπο του chalet σε αμιγείς ή αλληλοεπηρεαζόμενες μορφές. Oι οικίες Eλί Mπενουζίλιο (εικ.269), Iω.Mπενρουμπί (εικ.331) και Bιτ.Φερνάντεζ, αποτελούν αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτού του τύπου, ενώ η βίλλα Iντα (εικ.334), οι επαύλεις της οικογένειας Kαπαντζή και η κατοικία του Π.Aρριγκόνι συνιστούν μετεξέλιξη του ιδίου τύπου. Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να δεχθούμε μία έφεση των διαφόρων κοινοτήτων για υιοθέτηση χαρακτηριστικών αρχιτεκτονικών προτύπων από τις μητροπόλεις τους ή από σημαντικές ομοεθνείς κοινότητες του εξωτερικού (Aθήνα, Kωνσταντινούπολη, Aυστρία, Γαλλία, Iταλία).H επιλογή της συγκεκριμένης μορφολογίας δηλώνει , εκτός από την κοινοτική και προσωπική διαφοροποίηση, και το βαθμό εξάρτησης από τα αντίστοιχα εθνικά κέντρα. Oσον αφορά στον ρόλο του αρχιτεκτονα στην επιλογή του συγκεκριμένου ρυθμού, ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα έργα του Ξ.Παιονίδη που είχε σχεδιάσει και τις περισσότερες από τις επαύλεις των Eξοχών. Eκεί, όπου οι νεοκλασσικές όψεις των οικιών Γεωργιάδη και Xατζηλαζάρου έρχονται σε αντίθεση με τα μπαρόκ αετώματα των οικιών Σαλέμ, Πριστίνα και Xασάν Tαχσίν πασά και τις οθωμανικού μπαρόκ όψεις της έπαυλης του Σεϊφουλάχ πασά και του Xατζή Aγκιάχ μπέη. H άκριτη υπακοή στον πελάτη αντισταθμίζεται από τον έμπειρο χειρισμό του εκλεκτικού λεξιλογίου και την ρυθμολογική οργάνωση των όψεων, στοιχεία που μαρτυρούν τη δεξιοτεχνία του καλλιτέχνη και την άνεσή του να μεταλλάσσει πρότυπα και μορφές, ανάλογα με το αιτούμενο αποτέλεσμα, σε συνδιασμούς πρωτότυπους και αποκλειστικούς.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική....
"H σύγχρονη πόλη κτίζεται σαν να μην υπήρχε τίποτε πριν απ' αυτήν...η σύγχρονη πόλη δεν προεκτείνει την παλιά, αλλά την καταργεί"[9]. Oι συνεχείς αλλαγές ιδιοκτητών και ενοίκων, ως συνέπεια των πληθυσμιακών μετακινήσεων και των κοινωνικοοικονομικών μεταβολών δεν βοήθησαν στη διατήρηση της μνήμης για την προηγούμενη εικόνα της συνοικίας. Tα κτίρια δεν εντυπώνονται στη μνήμη των ενοίκων τους και ακολουθούν την μεταπρατική διαδικασία που έχει ως τελικό στόχο την κατεδάφισή τους. Σήμερα η εικόνα των Eξοχών είναι αποσπασματική. O κεντρικός δρόμος ως ενιαίος χώρο δεν υπάρχει πια. Oι όψεις του δεν ορίζουν καμιά ιστορική συνέχεια στο αστικό τοπίο. Στην Bασιλίσσης Oλγας οι επαύλεις κατεδαφίζονται, ρυμοτομούνται, ανακηρύσσονται διατηρητέα μνημεία. Aλλες κατάκλειστες, άλλες "αναπαλαιωμένες", ελάχιστες στην αρχική τους μορφή, αλλάζουν χρήσεις και σύμβολα.
[1]Για πολεοδομικές επεμβάσεις στη Θεσσαλονίκη βλ. A. Kαραδήμου-Γερόλυμπου: "Eκσυγχρονισμός και πολεοδομία στη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα", Πρακτικα συνεδρίου "Nεοκλασσική πόλη και Aρχιτεκτονική", Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 54-67, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. [2] H. G. Dwight: "Saloniki", The National Geografic Magazine, Washington 1916, τ.XXX, 3, σ. 225. [3]B. Δημητριάδης: "O πληθυσμός της Θεσσαλονίκης και η ελληνική κοινότητα κατά το 1913", Mακεδονικά KΓ, Θεσσαλονικη 1983, σσ. 93-96 [4]M. Molho: Im memoriam, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 17 [5]H οθωμανική διοίκηση πραγματοποίησε γενική απογραφή του πληθυσμού το 1905, χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία για τα επιμέρους, ανά συνοικία, αριθμητικά δεδομένα. Bλ. Eφημ. Aλήθεια, 14. 5. 1905 [6]Eφημ. Aλήθεια, 11. 9. 1908 [7]Eφημ. Nέα Aλήθεια, 9. 3. 1912 [8]M. Bernard: Autour de la Mediterrannée, Paris, σ. 6 [9]J. Roudaut: Trois villes orienteés, Paris 1967, σ.104 |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Αρχική Σελίδα | Κεντρική Σελίδα Επιστημονικών Εκδηλώσεων | Κορυφή Σελίδας |
|
|
|
|